Silvio D'Arzo: Το Σπίτι Των Άλλων, Εκδόσεις Μεταίχμιο

από τη Θέμιδα Παναγιωτοπούλου
Ο Silvio D'Arzo, ψευδώνυμο του Ezzio Comparoni, δε γνώρισε ποτέ τον πατέρα του. Μεγάλωσε με τη μητέρα του σε απαιτητικές οικονομικές συνθήκες. Γεννήθηκε το 1920 στο Ρέτζο Εμίλια και χάθηκε νωρίς το 1952, μόλις στα τριανταδύο του χρόνια. Το σπίτι των άλλων, επιλέχθηκε ως τίτλος του βιβλίου του, γιατί όπως ο ίδιος εξηγούσε στον πρώτο του εκδότη, ''Ο κόσμος δεν είναι σπίτι σου. Έχεις την αίσθηση πως μένεις εκεί δανεικά''. Η αίσθηση ότι η ζωή είναι ένα πέρασμα, μια διαμονή σε έναν ξένο τόπο που δε μας ανήκει.
Μέσα από το λιτό και σύντομο αυτό έργο του, που εκτυλίσσεται στο περιθώριο της θορυβώδους ύπαρξης, στην καρδιά της σιωπής, δύο άνθρωποι ηλικιωμένοι, ένας ιερέας και μια φτωχή και ταλαιπωρημένη πλύστρα που αναρωτιέται αν το να ''φύγει'' λίγο πιο νωρίς από τον κόσμο αυτό είναι αμάρτημα, αφήνουν αναπάντητα ερωτήματα θεμελιώδη γύρω από τη ζωή και τον θάνατο.
Μια γυναίκα που διαμαρτύρεται βουβά με τον δικό της τρόπο, απέναντι στην αναπόδραστη ανθρώπινη μοίρα και τη μοναξιά και ένας ιερέας που αναγνωρίζει τον πεπερασμένο ρόλο του, την αδυναμία του ως μεσάζοντας ανάμεσα στον άνθρωπο και τον θεό, να δώσει τις πρέπουσες απαντήσεις, στα θεμελιώδη ερωτήματα της ζωής...
Ο Silvio D'Arzo σπάει τα λογοτεχνικά πρότυπα αφήγησης της μεταπολεμικής περιόδου, εγκαινιάζοντας τη λιτή σχεδόν δωρικού τύπου πρόζα, που δεν επιδιώκει να θίξει ιστορικά ζητήματα, αλλά αντιθέτως υπαρξιακά. Προδιαθέτει η νουβέλα του αυτή τον αναγνώστη, να υποθέσει, ότι τόσο σε αφηγηματικό όσο και σε υφολογικό επίπεδο, θα πρέπει να επηρέασε τον Guido Morselli που αν και προγενέστερος του Silvio D'Arzo, έγραψε σε μεταγενέστερο χρόνο το κορυφαίο του έργο Dissipatio Humani Generis, που επίσης θίγει το ζήτημα της αυτοκτονίας, χωρίς ταμπού. Παραδόξως και οι δύο συγγραφείς που στιγματίστηκαν από την απώλεια (ο Morselli έχασε νωρίς τη μητέρα του), είχαν στενό δεσμό με την κόκκινη πόλη της Μπολόνια. Ο Morselli γεννήθηκε εκεί ο Silvio D'Arzo σπούδασε εκεί.
Η εσωτερικότητα της αφήγησης, η δύναμη της σκέψης χωρίς περιττά φληναφήματα και εξάρσεις, αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη φύση παραμένει πιο κοντά στην ουσία της, όσο πιο μακριά βρίσκεται από τα ανθρώπινα βλέμματα.
...''Γιατί τότε θέλατε να το μάθετε;, με ρώτησε εκείνη κάπως επικριτικά. Εσείς θέλατε να μάθετε, κι ορίστε τώρα κάθεστε έτσι''.
Έκανε μεταβολή και χάθηκε μες στο σπίτι. Κι εγώ έμεινα εκεί, στον δρόμο για το βουνό.
Μου 'ρχονται κάτι ιδέες καμιά φορά.
Κοίταξα για λίγο γύρω μου. Πλησίαζε η νεκρή εποχή, τα ξερά βάτα, τα ξυλιασμένα απ'το αγιάζι σπουργίτια, η νύχτα που πέφτει στις έξι, τα παγωμένα χαντάκια, οι γέροι που πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον και η Μέλιντε που τους ράβει το σάβανο κι εγώ που τους πηγαίνω στο νεκροταφείο του βουβού, και τα παιδιά που όλο τον χειμώνα μένουν στις στάνες για να ζεσταίνονται με τα χνώτα των μουλαριών... Ένας χειμώνας πέντε έξι μηνών. Κι εκείνη; Τί θα 'κανε εκείνη;
Στα κόκαλά μου ένιωθα τον χειμώνα να πλησιάζει. Κοίταξα μια στιγμή τα σύννεφα που τώρα ήταν μεγαλύτερα κι από λιβάδι, κι ύστερα τράβηξα για την ενορία. Τα σύννεφα με είχαν πάρει στο κατόπι. Ήταν πάντα πίσω μου, σαν κάτι να ξέρανε. Μου 'ρχονται κάτι ιδέες καμιά φορά.
Μα τί άλλο μπορούσα να κάνω, πείτε μου;