Νίκος Δαββέτας: Η Δεσμοφύλακας, Εκδόσεις Πατάκη

από τη Θέμιδα Παναγιωτοπούλου
Μερικά βιβλία όταν τα ολοκληρώνεις, έχουν το ίδιο ακριβώς εφέ με δυνατές κινηματογραφικές ταινίες που δε σου επιτρέπουν να συνεχίσεις αμέσως να κάνεις όσα έκανες με τον ρυθμό σου. Συνήθως αυτό συμβαίνει όταν ο συγγραφέας ή ο σκηνοθέτης, έχουν καταφέρει να φέρουν στην επιφάνεια συναισθήματα αναγνωρίσιμα, αλλά μη λεκτικά ειπωμένα. ''Η Δεσμοφύλακας'', ανήκει σε μια ποιητική κατηγορία πρόζας. Λιτή και μεστή γραφή, γεμάτη συναισθηματικούς συμβολισμούς και περιεχόμενο με ιστορικά ορόσημα. Τα κεφάλαια πυκνά σε νοήματα και σύντομα, διαδέχονται το ένα το άλλο ξετυλίγοντας το νήμα της αφήγησης σεβόμενα τόσο τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, όσο και τη βιωματική καταγραφή του συγγραφέα.
Ο σεβασμός του ιστορικού πλαισίου, που αποτελεί τον καμβά της αφήγησης, θυμίζει την εξομολόγηση του Erri de Luca στο ''Παιχνίδι της Χήνας'', στον αγέννητο γιο του. Περικλείοντας εν αγνοία του, όλα τα υποθετικά σενάρια μιας ζωής που δε γνώρισε το φως ποτέ, καταθέτει μια λυτρωτική επιστολή στον ίδιο του τον πατέρα, αναγνωρίζοντάς τον μέσα από τον εαυτό του. Ο συγγραφέας Νίκος Δαββέτας, μοιάζει να κάνει ακριβώς αυτό. Με έναν τρόπο τόσο άρτιο και καθηλωτικό, όπως συμβαίνει με όλα εκείνα τα γραπτά που έχουν τη δύναμη να αναγνωριστούν διεθνώς.
Η γραφή παραμένει ως το τέλος εξομολογητική και με λυτρωτική διάθεση απέναντι στα γεγονότα που έχουν τη δύναμη να παραμένουν ακέραια και αμετάβλητα. Οι μαρτυρίες λειτουργούν σαν απόσβεση του βιωμένου χρόνου.
''Η Δεσμοφύλακας'', παραμένει παρά τον προσωπικό τόνο ένα βαθιά ιστορικό μυθιστόρημα, που καταδύεται στο για δεκαετίες διχαστικό μετεμφυλιακό κλίμα και τα χρόνια της δικτατορίας. Οι φυλακές Αβέρωφ ζωντανεύουν ως τόπος μνήμης και μαρτυρίας πολιτικών κρατουμένων, τόσο μέσα από ονόματα άγνωστων πρώην φυλακισμένων όσο και μέσα από ιστορίες γνωστές, όπως αυτή της πολιτικής κρατούμενης Αμαλίας Φλέμινγκ.
Παρόλη την ιστορική μαρτυρία, το μυθιστόρημα θίγει και το ζήτημα της άνοιας. Συνιστά έναν φόρο τιμής στη μητέρα. Η διάβρωση που προκαλεί στον νου και το σώμα η αρρώστια, μπαίνουν σε πρώτο πλάνο, φέρνοντας στο νου το ανησυχαστικό μυθιστόρημα της Κλαούδια Πινιέιρο ''Η Ελένα Ξέρει'', μέσα από τον αγώνα της μάνας κόντρα στη νόσο του Πάρκινσον...
...''Θυμάμαι, όταν προ τριακονταετίας τη βοηθούσα να συγκεντρώσει τα απαραίτητα χαρτιά για τη συνταξιοδότησή της, ρώτησα στο αρμόδιο γραφείο τον μοναδικό υπάλληλό του που θα μπορούσα να βρω καρτέλες ενσήμων παρελθόντων ετών και αυτός, αντί άλλης απάντησης, σηκώθηκε από το γκισέ και με μια θεατρική κίνηση μου έδειξε από πίσω του ένα δωματιάκι, που και οι τρεις τοίχοι του καλύπτονταν με ράφια μεταλλικά, φίσκα στις καρτέλες.
''Είναι τα ένσημα των νεκρών μου είπε. "Αν τα αθροίσεις, αντιπροσωπεύουν χιλιάδες εργατοώρες, εκατοντάδες μεροκάματα με κρύο, με βροχή, με καύσωνες. Και τώρα; Ένα βουνό άχρηστα κωλόχαρτα...χωρίς καμιά αρχειοθέτηση της προκοπής. Αζήτητα! Οι περισσότεροι κάτοχοί τους δεν πρόλαβαν καν να βγουν στη σύνταξη..."
"Και τί δουλειές έκαναν;''
''Έχει καμιά σημασία; Όλα τα ένσημα έχουν πια το ίδιο χρώμα, καφεκίτρινο σαν τα σκατά. Κι έπειτα, βλέπεις τις φωτογραφίες; Μικρά ασπρόμαυρα τετραγωνάκια, πιασμένα με το συρραπτικό στις αναρίθμητες αιτήσεις. Πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια, οι αγνοούμενοι της καθημερινότητας, οι εκτελεσμένοι στους χώρους εργασίας, κορμιά που έλιωσαν στις μάντρες, στα γραφεία, στις οικοδομές χωρίς κανένα μνημείο προς τιμήν τους. Κανείς δεν τους θυμάται. Ούτε τα παιδιά τους...Η μητέρα σας είπατε ότι ζει; Τυχερή γυναίκα. Πόσων χρονών είναι:''.
Οι ανέμελες στιγμές του παρελθόντος, πόσο λυτρωτικά μπορούν να λειτουργήσουν όταν ένα τεράστιο κεφάλαιο ζωής έχει κάνει τον κύκλο του;
Γέλια
Επιστροφή στο άδειο σπίτι. Με υποδέχεται ένα ρεύμα ψυχρού αέρα. Τα ρολά κατεβασμένα, τα λουλούδια απότιστα, το τηλέφωνο κομμένο. Κοιτάζω τη μοναδική κοινή μας φωτογραφία που έχει κορνιζαρισμένη στο σαλόνι. Είμαστε στη Σαντορίνη, καλοκαίρι του 1979, λίγο πριν βγουν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Ο ήλιος σπάει ένα πιθάρι μέλι στα πρόσωπα. Τα μαλλιά και των δύο, μαύρα, πυκνά, στιλπνά, καθυστερούν να πέσουν στο μέτωπο από το δυνατό μελτέμι. Στέκομαι μισό βήμα πίσω, κρύβοντας από το νετάρισμα του φακού τα σημάδια της ακμής. Ίσως δεν φαίνεται, αλλά καταβάλλω προσπάθεια για να είμαι παρών στη στιγμή αυτή. Ακόμη ελπίζω ότι εγώ θα τα κάνω όλα διαφορετικά στο μέλλον.
Μπροστά μας, πάντα η θάλασσα. Εσείς δεν τη βλέπετε στο χαρτί. Φτάνει που τη βλέπουμε εμείς. Αν όμως στήσετε αυτί, μπορείτε να την ακούσετε, όπως και το ζουζούνισμα της μέλισσας που τρυγάει τα χαμολούλουδα, όπως και τ'άγρια σχίνα που χορεύουν ανάμεσα στις ηφαιστειογενείς πέτρες.
"Μην κουνιέστε" φωνάζει ο φωτογράφος, "χαμογελάστε!''
Χαμογελάμε.