Εμανυέλ Καρέρ: Ένα ρώσικο μυθιστόρημα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

2022-09-12

από τη Θέμιδα Παναγιωτοπούλου

Δεν είναι τυχαίο που ο Emanuelle Carrere, αυτή η αμφιλεγόμενη προσωπικότητα των γαλλικών γραμμάτων, με τον πλέον ενδιαφέροντα καταγωγικό μύθο, έγραψε κάποτε για την ακραία και αινιγματική προσωπικότητα του Λιμόνοφ.

Στο 'Ενα ρώσικο μυθιστόρημα', που κυκλοφορεί όπως και ο Λιμόνοφ από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, ο Emanuelle Carrere, μας υπενθυμίζει το αέναο κυνήγι του στην αναζήτηση της ατομικής του ταυτότητας, κάνοντας όλους εμάς τους αναγνώστες να διαβούμε μαζί του το μονοπάτι οικογενειακών του αναμνήσεων και καλά κρυμμένων μυστικών, σε μια προσπάθεια προσωπικής εξιλέωσης του συγγραφέα, από το ιστορικό φάντασμα που για χρόνια σκίαζε την οικογένειά του.

Το μυθιστόρημα αυτό, είναι η κατάθεση της αλήθειας του συγγραφέα και ταυτόχρονα μια διαδρομή απελευθέρωσης που θα μπορούσε να έχει χαρακτηριστικά ψυχανάλυσης για τον ίδιο, όχι όμως και για τους αναγνώστες, που κρατούν στα χέρια τους ένα έργο αληθινό και ταυτόχρονα άρτιο λογοτεχνικά όπως όλα τα κλασικά έργα μυθοπλασίας και όχι απλά μία ομφαλοσκόπηση καταστάσεων που αφορούν το συγγραφέα αποκλειστικά. Αυτό είναι και το σπουδαιότερο κατόρθωμα του Emanuelle Carrere νομίζω. Το ότι καταφέρνει να αποδώσει σε προσωπικά του ζητήματα μία πανανθρώπινη αξία, καθιστώντας τα επίκαιρους προβληματισμούς, γεμάτους αληθινά συναισθήματα που αγγίζουν ανθρώπους με πολύ διαφορετικές διαδρομές, ενώ ταυτόχρονα συνδέει τα ατομικά βιώματα με την ιστορική παρακαταθήκη.

Το βέβαιο ωστόσο είναι ότι στο τελευταίο αυτό εγχείρημά του, που αφορά τη σύνδεση της οικογενειακής ιστορίας του Carrere με ιστορικά γεγονότα, ο συγγραφέας διαθέτει ένα απαράμιλλο συγκριτικό πλεονέκτημα. 

Γάλλος, με πατέρα Γάλλο και με γεωργιανή καταγωγή από την πλευρά του πατέρα της μητέρας του και ρώσικη από την πλευρά της γιαγιάς του, καταδύεται σε μια προσπάθεια να φέρει στο φως το μυστικό που στοίχειωνε για χρόνια την οικογένειά του. Πρόκειται για την υπόθεση εξαφάνισης του παππού του, που προερχόμενος από μια καλλιεργημένη οικογένεια της Γεωργίας, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία όταν η χώρα του κυριεύτηκε από ξένες δυνάμεις, αγάπησε μια Ρωσίδα αστή και κάποια στιγμή, μέσα στην αδυναμία του να εγκλιματιστεί και να συμπλεύσει με το κοινωνικό περιβάλλον της γαλλικής κοινωνίας, απομονώθηκε σε βαθμό που τάχθηκε με την πλευρά των Γερμανών όταν εκείνοι εισέβαλλαν στη Γαλλία. Ο Emanuelle Carrere, αφήνει να διαφανεί η απουσία αντισημιτικών συναισθημάτων του παππού του, το γεγονός ότι κι εκείνος άλλωστε ήταν ένας αποτυχημένος εμιγκρές απέτρεπε την αφομοίωση από μέρους του ρατσιστικών απόψεων. Παρουσιάζει τη σύμπλευσή του με τους Γερμανούς, περισσότερο ως συγκυρία που συνδεόταν με την αντιπάθεια προς τις δυτικές δυνάμεις που τον απέρριπταν έως τότε στην προσπάθεια ένταξής του στη γαλλική κοινωνία και ως αντίδραση απέναντί τους, για την ουδετερότητα που επέδειξαν όταν η Γεωργία γινόταν βορά στα νύχια επίδοξων κατακτητών. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο παππούς του συλλήφθηκε από γαλλικές δυνάμεις της αντίστασης και εξαφανίστηκε χωρίς ποτέ να έχουν ξανά νεότερα για το πρόσωπό του. Η μητέρα του Emanuelle Carrere, πανεπιστημιακός στη Γαλλία σήμερα, με σπουδαίο ιστορικό ερευνητικό έργο στο ενεργητικό της, υπέφερε για χρόνια από το οικογενειακό μυστικό αυτό, που εμφανιζόταν περιστασιακά, ως θεματική κάποιου γαλλικού εντύπου, όταν ο στόχος ήταν να σπιλωθεί το όνομα της οικογένειας, μόνο και μόνο εξαιτίας κάποιας άποψης που δεν άρεσε ιδιαίτερα.

Ο Emanuelle Carrere, αν και νουθετείται από τη μητέρα του να μην καταγράψει ποτέ σε κάποιο από τα έργα του, το οικογενειακό τους μυστικό, παρά μόνο αφού η τελευταία θα έχει φύγει από τη ζωή, και παρά το γεγονός ότι ο γιος της μάταια προσπαθούσε να την πείσει ότι δεν ευθύνεται εκείνη για τίποτα από όλα αυτά, αποφασίζει να παραδώσει τελικά το μυθιστόρημα αυτό, παρακάμπτοντας τη θέληση της μητέρας του. Δεν υπήρχε άλλωστε κανένας άλλος τρόπος να διώξει διαπαντός τη μέγγενη αυτή, που τον έπνιγε από μικρό, κάνοντας ακόμα πιο ανυπόφορη για την ίδια του την ύπαρξη, την έτσι κι αλλιώς διπολική προσωπικότητά του. 

Την ιστορία που έχει να κάνει με τον παππού του, ο Carrere την προσεγγίζει με έναν τρόπο που φανερώνει τη χρόνια αδυναμία του να την αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο, ακριβώς όπως και η μητέρα του. Την πλησιάζει μέσα από ένα γεγονός αληθινό μεν, που ωστόσο το μόνο σημείο αναφοράς που θυμίζει τον παππού του, ταυτίζεται με τη Ρωσία και τη σύλληψη και εξαφάνιση ενός ανθρώπου, τα ταραγμένα εκείνα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο συγγραφέας, καταφεύγει στο Κοτέλνιτς, μια επαρχιακή περιοχή της Ρωσίας, για να ψάξει να βρει στοιχεία για έναν Ούγγρο χωρικό, που κάποτε τάχθηκε με το πλευρό των Γερμανών και συλλήφθηκε από Ρώσους όταν εκείνοι εισέβαλλαν στην Ουγγαρία. Στη συνέχεια κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης και έπειτα σε ψυχιατρική κλινική στη Ρωσία, ενώ επέστρεψε στη Βουδαπέστη 56 χρόνια αργότερα, σε μια εποχή που όλοι οι φάκελοι των αγνοούμενων φαινόταν να έχουν κλείσει διαπαντός. Το ότι ο συγγραφέας θέλησε να δημιουργήσει μια ταινία και να καταγράψει αυτό το περιστατικό μένοντας στο Κοτέλνιτς ο ίδιος για αρκετό καιρό, δε δείχνει μόνο ότι αντικρίζει την πραγματικότητα αρχικά μέσα από μία βιτρίνα, έωσότου καταφέρει να ελέγξει να αισθήματά του ώστε αυτά να μην τον αφοπλίσουν, αλλά και ότι περιγράφει μία πραγματική συνθήκη. Πολλοί από τους 'προδότες' εκείνης της ταραγμένης εποχής, υπήρξαν απλά θύματα των συγκυριών, άνθρωποι που ακολούθησαν ένα ρεύμα, χωρίς να γνωρίζουν ποτέ τί ακριβώς αντιπρόσωπευε αυτό, ούτε διακατέχονταν από οποιοδήποτε μίσος για την ύπαρξη άλλων ανθρώπων. Μάλιστα δε γνώριζαν καθόλου ποιά θα ήταν η εξέλιξη του δρόμου στον οποίο βρέθηκαν, μέχρι τη στιγμή της σύλληψής τους ή του τέλους τους. 

Ο Emanuelle Carrere, κατορθώνει να περάσει από την άλλη πλευρά της βιτρίνας και να απελευθερωθεί από το φάντασμα που τον στοιχειώνει, γράφοντας για αυτό στους αναγνώστες του. Μέσα από την εξέλιξη της έρευνάς του, προχωρά και εξελίσσεται και η προσωπική του ζωή. Στην προσπάθειά του να ελέγξει την πραγματικότητα και τη ζωή του, ο συγγραφέας χάνει τον έλεγχο και η ίδια η ζωή παίρνει το πάνω χέρι. Στο 'Ένα ρώσικο μυθιστόρημα", ο Carrere μας μιλάει για αυτή την ανατροπή, με έναν τρόπο που καθηλώνει και συγκινεί...

Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από κάποιες καταληκτικές σκέψεις του Carrere, που απευθύνονται στη μητέρα του, σαν όλη αυτή η διαδρομή απεγκλωβισμού του ίδιου να είναι ένα δώρο προς την ίδια του τη μητέρα...

'Να διασχίσω την πισίνα, σήμαινε να έρθω προς εσένα. με κοίταζες καθώς πλησίαζα, κι εγώ, με το πηγούνι έξω απ'το νερό, με το χέρι του δασκάλου κάτω από την κοιλιά μου, σε κοιτούσα να με κοιτάζεις και ένιωθα φοβερά υπερήφανος κι ευτυχισμένος που πλησίαζα προς εσένα κολυμπώντας, που με κοίταζες, εσύ, να κολυμπάω. Είναι περίεργο, όμως κάποιες στιγμές, γράφοντας αυτό το βιβλίο, ένιωσα πάλι εκείνο το αξέχαστο συναίσθημα: το συναίσθημα του να κολυμπάω προς εσένα, να διασχίζω την πισίνα για να 'ρθω να σε βρω.'



Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!